Skip navigation

Την παραπάνω φράση την είδα γραμμένη πριν κανένα δίμηνο και είχα προβληματιστεί αρκετά, όσον αφορά το μήνυμα που θέλει να δώσει ο καλλιτέχνης. Παράτησα γρήγορα όμως τη σπαζοκεφαλιά της φράσης και συνέχισα τη ζωή μου αμέριμνη. Ώσπου περνώντας ξανά από το ίδιο σημείο, μετά από καιρό, βρήκα το ίδιο μήνυμα και ήταν τελεσίδικο, δε γινόταν να το αγνοήσω. Κάποιος έγραψε σε έναν τοίχο ότι έγραψε σε έναν τοίχο! Μου φάνηκε αδιανόητο, αλλά εν τέλει νομίζω ότι συνειδητοποίησα το μήνυμά του. Google-αρα τη φράση για να βρω την εικόνα και να την παραθέσω και έπεσα πάνω σε αυτή τη σελίδα: http://www.smosh.com/smosh-pit/photos/22-extremely-pointless-acts-vandalism.
Η σελίδα αυτή παραθέτει 22 άσκοπες και αναίτιες πράξεις βανδαλισμού. Η σελίδα αυτή δεν είδε ποτέ το μήνυμα των καλλιτεχνών τους οποίους αναίμακτα ονομάζει βάνδαλους. Άλλωστε, θα έπαιρνα όρκο πως αν αυτός είναι ο άσκοπος βανδαλισμός, τότε ο βανδαλισμός που λέει εσύ που τώρα κοιτάς τα νέα μέτρα σήκω από τον καναπέ και πέτα καμιά πέτρα φέρει κάποιο μήνυμά; Φυσικά και φέρει μήνυμα, το οποίο δεν φτάνει ποτέ το στόχο του μέσα στην αφισορύπανση και την πόλη που φοράει παρωπίδες, ωτασπίδες και φίμωτρο. Ο μόνος τρόπος να σε ενοχλήσω είναι να σε ενοχλήσω. Και όχι μόνο να σε ενοχλήσω, αλλά να σε χτυπήσω στην πλάτη και να σου πω πως μόλις σε ενόχλησα. Αντίστοιχο είναι και τα πιο συνηθισμένα τώρα που βρήκα τοίχο ξέχασα το σύνθημα. Όλα αυτά είναι στοχευμένα κι όποιος νοιάζεται, μπορεί να δει το μήνυμα πίσω από τις λέξεις και δε βιάζεται να χαρακτηρίσει την πράξη ως ανόητη, ανούσια, άλογη ή περιττή. Όποιος δεν προτρέχει να καταδικάσει τα άτομα αυτά ως μη σκεπτόμενα, ασεβή κι απαίδευτα, μπορεί να τους δώσει την ευκαιρία να ακουστούν. Γιατί δεν πρόκειται για εξυπνάδα, όπως την χαρακτηρίζει το παραπάνω site, αλλά για τροφή της σκέψης. Όσοι αρκέστηκαν στο να μιλήσουν για κακομαθημένα άτομα που θέλουν να καταστρέφουν δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες, μπορεί και να μην αντικρίσουν ποτέ τον κόσμο διαφορετικά. Μα αυτοί που στάθηκαν και διερωτήθηκαν γιατί ο τοίχος που υψώνεται μπροστά τους γράφει ότι δεν γράφει απολύτως τίποτα, αυτοί μπορεί να έχουν διακρίνει την ανησυχία που διακατέχει τους νέους και την ανάγκη που έχουν για να εκφραστούν. Θέλουμε χώρο, χρόνο, προσοχή, δέντρα, πάρκα κι όχι φροντιστήρια, τράπεζες, μπάτσους, υπουργούς κι απαγορευτικές ταμπέλες.  
Image

Advertisements

    Δεν άντεχε πια να αντικρίζει τον εαυτό του. Μου το έλεγε συχνά. Πάντοτε μου άρεσε να τον ακούω να μιλάει. Συζητούσαμε πολύ. Παρόλη τη διαφορά ηλικίας, καθότι εγώ μόλις 16 και εκείνος πατημένα 47, ήταν σίγουρα μια καλή παρέα. Μια μέρα άρχισε να μου μιλάει για το παρελθόν του, είχε να μου πει πολλά, ήταν υπερήφανος για την φοιτητική του ζωή. Χαρακτηριστικά, θυμάμαι, είπε πως τότε ζούσε. Τότε δεν τον πολυκατάλαβα, μα δεν τόλμησα να ρωτήσω. « Έφυγα από τη Λάρισα το 1980, στ 18 μου, ήρθα στην Θεσσαλονίκη να σπουδάσω. Βιολόγος, εμένα αυτό ήταν πάντα το ψώνιο μου! Κι ας μου έλεγαν όλοι να γίνω δάσκαλος, να βρω δουλειά. Και τι να την κάνω εγώ τη δουλειά;  Ήμουν νέος, ελεύθερος, μακριά από το χωριό, είχα την ανάγκη να καταλάβω τι σημαίνει ζωή. Νοικιάσαμε ένα δωμάτιο, εγώ μαζί με άλλα δυο παιδιά, ξέρεις τους ιδιοκτήτες του φροντιστηρίου μας. Τρία άτομα άγνωστα, μέσα σε μια μέρα, γνωριστήκαμε, είπαμε να φτιάξουμε ένα σπίτι, φτιάξαμε μια ζωή. Φοιτητές στην Θεσσαλονίκη! Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό , να είσαι στην πόλη. Δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για ΖΗΤΩ. Τίποτα δεν μπορούσαν να μας στείλουν  οι δικοί μας, αφού δεν μπορούσαν να συντηρηθούν οι ίδιοι καλά-καλά. Δουλέψαμε, όμως πολύ, από δω κι από κει. Πόσες μέρες τύχαινε να μείνω νηστικός, έκανα οικονομία, βλέπεις. Αν το μάθαιναν οι γονείς μου τότε αυτό, σούμπιτο θα με γυρνούσαν στο χωριό. Αλλά εγώ είχα βρει ζωή εκεί. Μετά από λίγο καιρό, αφού πέρασαν οι πρώτοι μήνες της εγκατάστασης μου στην Θεσσαλονίκη, έφερα βόλτα και τα οικονομικά μου, αρχίσαμε να νιώθουμε τον κόσμο. Η πόλη αυτή ήταν το κέντρο της Ελλάδας, έτσι μας φαινόταν. Κι ήταν όλο αυτό σαν παραμύθι. Όλοι είχαν μαζευτεί από την επαρχία, όλοι ήθελαν να ζήσουν, να ξεφύγουν. Βγαίναμε, διασκεδάζαμε, ότι θέλαμε κάναμε, όσο για μελέτη ή μάθημα, μην το συζητάς, ούτε πατούσαμε! Δεν υπήρχε λόγος να πηγαίνουμε στα μαθήματα. Βασικά… Υπήρχε λόγος να μην πηγαίνουμε σε αυτά, θέλαμε όλοι να καθυστερήσουμε κατά το δυνατόν περισσότερο την  επιστροφή ο καθένας στο σπίτι του. Μάλιστα, είχαμε κάνει τότε ένα φοιτητικό κίνημα μέσα στο Πανεπιστήμιο. Βέβαια, από τα πιο σημαντικά πράγματα που έχω να σου πω! Το ονομάσαμε ΕΜΑΣ, ήταν η Ένωση Μαρξιστών Σοσιαλιστών. Εκεί γνώρισα και τους γονείς σου.  Μαζί ήμασταν, πάντα στην πρώτη γραμμή σε πορείες, διαδηλώσεις. Ήταν στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ και τα περισσότερα μέλη της ΕΜΑΣ ήταν αυτά που είχε διαγράψει το ΠΑΣΟΚ όταν εξελέγη το 1981, επειδή θεωρηθήκαν πολύ αριστερά θορυβοποιά στοιχεία  που θα έβλαπταν την εικόνα της παράταξης. Τι να πεις; Η ιδεολογία ήταν ενάντια στο κυβερνόν κομμα, αφού για κάποιο διάστημα κάναμε καλύτερη αντιπολίτευση κι από την αξιωματική αντιπολίτευση! Κατεβαίναμε στις εκλογές και ψηφίζαμε σταθερά το ¨λευκό¨. Και τότε, σε ορισμένα εκλογικά τμήματα, δεν υπήρχε καν αυτή η επιλογή. Να είσαι από μια μεριά να με βλέπεις εικοσάχρονο να τσακώνομαι με τους υπεύθυνους για να έχω το Λευκό μου… Τότε με ένοιαζε… Μας ρωτούσαν συχνά-πυκνά γιατί δεν κατεβαίναμε στις εκλογές. Το κίνημα μας είχε γίνει γνωστό πανελλαδικά. Θα κατεβαίναμε, επέμενα να λέω, αν υπήρχαν χρήματα. Εμείς, όμως, δεύτερο παντελόνι δεν είχαμε, εκλογές θα κυνηγούσαμε.. Όλοι ήμασταν φτωχαδάκια, τη βγάζαμε στα παγκάκια με τις κοπελιές μας, εγώ και οι γονείς σου μέναμε στην Νεάπολη, δεν είχαμε την άνεση… Κι εννοείται, από κεφάλαιο άσχετο δεν θα δεχόμασταν για κανένα λόγο χρήματα. Ήμαστε αδιάλλακτοι σε τέτοια ζητήματα. Μόλις συνειδητοποίησα πως σε έχω πάρει μονότερμα, δε σε άφησα ούτε να αρθρώσεις» μου είπε.

   Είχα μείνει τόση ώρα και τον παρακολουθούσα να μιλάει. Σιωπηλή, συγκινημένη. Δεν ξέρω αν άξιζε να απαντήσω τίποτα. Για πολλή ώρα απλά κοιτούσα τα μάτια του που έλεγαν την αλήθεια. Σίγουρα ήταν αλήθεια. Σηκώθηκα και τον αγκάλιασα, απλά αυτό μόνο κατάφερα να κάνω. Είχε κιόλας βουρκώσει, μάλλον επειδή δεν κράτησε τις σκέψεις του για το παρελθόν, επέστρεψε στο παρόν του, το οποίο απέφευγε. Πραγματικά, μακάρι να είχε σταθεί για πάντα εκεί, αυτό μόνο ήθελε και το ευχόμουν κι εγώ. Γρήγορα, όμως, εκείνος επανέφερε το αυστηρό και μυστήριο ύφος του και μου είπε: «Άκου, μικρή, θα κάνουμε μια συμφωνία. Δε με νοιάζει αν συμφωνείς, βασικά, εμένα μου αρέσει η ιδέα μου κι είναι αρκετό! Θα μου υποσχεθείς ότι στα φοιτητικά σου χρόνια θα απομακρυνθείς από αυτούς τους κακούς και τυποποιημένους, θα φύγεις μακριά να μη σε φτάνουν. Θα ψάξεις να βρεις κόσμο νέο, να τον αγαπήσεις, να μην το φοβηθείς, να παλέψεις, όπως κάποτε έκανα εγώ. Κι όταν αυτό μέσα σου θα εκτονωθεί, όταν εκλείψει αυτή η όρεξη σου, θα τρέξεις αλλού, πάλι θα φύγεις, ξανά θα βρεθείς μακριά απ’ ότι σε φέρνει στο νορμάλ της κοινωνίας. Μην αφήσεις να σε πάρουν κι εσένα, να μη σε παρασύρουν στο ποτάμι. Είσαι καλό μυαλό, κοπέλα μου μη χαραμιστείς σε επιταγές ανθρώπων  που θα έπρεπε να βαράνε καθημερινά το κεφάλι τους στον τοίχο μόνο και μόνο επειδή τους άλεσε το σύστημα…»  Ήταν η ώρα μου να δακρύσω. Ο κ.Σωτήρης, ο καθηγητής μου, εξαιρετικός άνθρωπος. Το αντάλλαγμα για τη χάρη που μου ζήτησε ήταν ό,τι ήθελα και περνούσε από το χέρι του. «Όταν έρθει η σειρά μου να ζήσω, θέλω να με αφήσεις  καμιά φορά να σε παίρνω μαζί μου. Εσύ δεν είσαι κακός, έχεις καταλάβει το λάθος σου και θα ήθελες πολύ να μην έχεις παρασυρθεί σε αυτό. Θέλεις να αλλάξεις, τα μάτια σου δεν τα έχεις κλειδώσει. Γι αυτό σου λέω, τώρα που μπορείς, άφησε τους, έλα μαζί μου», του είπα, κι αυτός χαμογέλασε…   

      Πολλές φορές τυχαίνει να συνειδητοποιώ κάτι που μάλλον γίνεται ασυνείδητα από μέρους μου. Όχι! Δεν ξέρω, τελείως συνειδητά πρέπει να γίνεται εφόσον το έχω εντοπίσει και πρόκειται να το αφηγηθώ. Θέλω να το καταγράψω γιατί πραγματικά βγαίνει από μέσα μου και γιατί το βλέπω να συμβαίνει πολλές φορές το τελευταίο διάστημα. Κυρίως όμως, γίνεται όταν είμαι κουρασμένη, σωματικά, ψυχικά ή και τα δύο αφού προσωπικά νομίζω πως το ένα συνεπάγεται το άλλο, είναι αρκετά συνδεδεμένα. Η τελευταία φορά που τουλάχιστον το παρατήρησα, ήταν την περασμένη Τετάρτη, μια πολύ δύσκολη μέρα. Είχαμε μαλώσει, τον είχα στενοχωρήσει. Γυρνούσα σπίτι μετά από το μάθημα στο φροντιστήριο, για πρώτη φορά μετά από καιρό μόνη μου.

  Συχνά, όταν περπατάω μόνη μου στο δρόμο, χωρίς να υπάρχει κίνηση ή άλλος κόσμος που να βλέπω, ακούω βήματα, και πάντοτε γυρνάω να δω ποιος είναι. Ποιός να είναι;  Το έχεις πάθει ποτέ αυτό; να γυρνάς δηλαδή να ελέγξεις επειδή νομίζεις πως  κάποιος είναι πίσω σου; Είναι προβληματικό αυτό. Ποτέ, όταν γυρνάω δεν υπάρχει κάποιος. Ποτέ κανένας δεν περπατάει πίσω μου. Όμως εγώ τον ακούω, τον νοιώθω, είναι εκεί. Και ξέρεις τι κάνει; Το κάνει πάντα. Σέρνει – κυριολεκτικά σέρνει- τα βήματα του πίσω από τα δικά μου. Πιστεύω ότι τον εμποδίζω. Θέλει να με προσπεράσει, να φύγει μπροστά, αλλά δεν χωράει. Και δεν χωράει γιατί έχω πιάσει  όλο το πεζοδρόμιο,  όλον τον κόσμο έχω πιάσει και κανένας δεν μπορεί να με προσπεράσει. Σέρνει τα βήματα του στο ρυθμό με τον οποίο εγώ περπατάω. Είναι κολλημένος πίσω μου, μήπως αφουγκραστώ την παρουσία του και του επιτρέψω να περάσει. Πραγματικά προσπαθεί. Αλλά, θυμάσαι, είπαμε ότι γυρνάω να τον δω και να του αφήσω ελεύθερο το δρόμο. Κι όμως, είναι ιδιαίτερα σπαστικό αυτό. Δεν προχωράει πια. Δε φεύγει. Σταματάει κι αυτός. Με κοιτάει με λύπηση, τόσο έντονα ώστε να το καταλάβω. Απελπίζομαι πολύ με τον εαυτό μου όποτε γυρνάω και τον αντικρίζω. Μα… κι άλλη αντίφαση! Δε σου είπα ότι ποτέ κανείς δεν είναι εκεί; Δεν είναι . και τότε βλέπω τους πάντες να με ακολουθούν, όλα τα πρόσωπα που γνωρίζω. Αυτούς που πλέον νομίζω ότι γνωρίζω. Και όλοι με κοιτάνε έτσι. Και ποτέ κανείς, κανείς  τους δε φεύγει. Κι εγώ που πίστευα από καιρό πως είχαν προσπεράσει… Είναι ίσως γιατί όλοι προορίζονται να είναι εκεί. Κι έπειτα βλέπω τον εαυτό μου, στη θέση εκείνου, που όμως δε με προσπερνάει.

Μου  δείχνει την απογοήτευση μου, όχι! Μάλλον την δική μου απογοήτευση μου δείχνει. Γι’ αυτό που είμαι ή γι’ αυτό που είναι! Είμαστε ίδιοι ή μάλλον είμαστε διαφοροποιημένοι, χώρια ο ένας από τον άλλο. Γιατί εγώ τον εγκλωβίζω στη νάρκη μου και αυτός εκεί μένει. Κι όταν άλλοτε, όπως τώρα, διαχωρίζεται από εμένα και γίνεται ξένη παρουσία, τότε βλέπω καθαρά. Και όλα είναι κάπως. Κάπως απέραντα και μακρινά όλα όσα με κοιτάζουν χωρίς να καταλαβαίνω. Παλιά μου φαινόταν πως έβλεπαν τα πάντα με τον τρόπο που τα έβλεπα και εγώ. Όμως αυτό δεν γίνεται. Δεν γίνεται. Γιατί όλοι τους, τα πάντα, είναι από την άλλη πλευρά, πάντοτε αποστασιοποιημένοι. Τόσο που ούτε οι πιο κοντινοί δε με φτάνουν. Δεν πλησιάζουν, δεν κουνιούνται κι ούτε  προσπερνούν. Δεν το προσπάθησαν, δεν θέλουν ή στ’ αλήθεια δεν μπορούν; Απίστευτο το συναίσθημα που νοιώθω κάθε φορά που γυρνάω. Σκέφτηκα να σου ζητήσω βοήθεια, αλλά πως θα ήταν ανώφελο. Εδώ εγώ η ίδια, που είμαι και η υπεύθυνη της κατάστασης αυτής δεν προσπερνώ, αδιαφορώ, δε χρειάζομαι πια να φτάσω κάπου για να αυτοπραγματωθώ όπως είθισται κατά τους σοφούς.     Πειράζει  που δε νιώθω να το χρειάζομαι αυτό;  Δε νιώθω πως κυνηγάω κάτι.  Ό,τι  είναι να δώσει νόημα στην ύπαρξη μου, να ορίσει το εγώ μου,  ό,τι κι αν είναι αυτό, είναι εδώ, βρίσκεται ακριβώς απέναντι μου τώρα που έχω γυρίσει να το δω. Κι είναι όλα τα πρόσωπα, είναι ο δρόμος όπου βρίσκομαι, είναι το περιβάλλον μου, κι όλα αυτά μπροστά μου. Τίποτα να κυνηγήσω. Είπαμε, τίποτα δε φεύγει, τίποτα πραγματικά δεν προσπερνά. Μα εφόσον όλα είναι εκεί, γιατί συνεχίζω την πορεία μου;  Ξέρω έχω να πάω και σπίτι.

Όμως κάθε φορά που είμαι ψυχολογικά έτσι, όταν γυρνάω, τότε καταλαβαίνω πολλά. Μέσα από το κενό που με γεμίζει. Ξέρω ότι θα συνεχίσω, και θα δω τα πράγματα καθαρά. Τίποτα δεν τρέχει για να το προλάβω αυτές τις στιγμές. Όταν φτάσω στο σπίτι, θα έχω κέφι, να βρω δύναμη να κάνω αυτό που θέλω.  Θα τα καταφέρω,  για εμένα και για όσους επέλεξα να δω όταν γύρισα να κοιτάξω. Θα του πω να γυρίσει να δει αν με βλέπει. Γιατί αυτόν κοίταζα εγώ στα μάτια, κι ας μη το ήξερε, αφού σωματικά δεν ήταν εκεί. Κι αν με δει κι αυτός, τότε κάτι θα σημαίνει.  Θέλω να συνεχίζω.  Μέχρι την επόμενη στιγμή που θα δω τον εαυτό μου. Γιατί αυτός μου αποκαλύπτει τα πάντα κι όταν θέλει ξανά τα εξαφανίζει. Σου έχει συμβεί ποτέ να περπατάς μόνος σου στο δρόμο να ακούς βήματα και να γυρνάς να δεις ποιός είναι;  Έσερνα τα πόδια μου εκείνη τη μέρα, όπως και τις υπόλοιπες φορές που μου συνέβη αυτό. Είχα την ανάγκη να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν ήμουν μόνη μου. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν, αλλά κατάλαβα και ότι ήταν λάθος ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούσα να ξεγελάσω τον εαυτό μου.

Γιατί και η αλήθεια μου ήταν όμορφη άσχετα αν κρυβόμουν από αυτή…

Ακόμα ένα σύνθημα που είδα τις προάλλες γραμμένο σ’έναν τοίχο. Ομολογώ πως δεν είχα ξανασκεφτεί ποτέ την έκταση καθώς και τις εκφάνσεις των απαγορεύσεων στη ζωή μας. Και τι σημαίνει απαγορεύεται? Ποιος είναι άραγε αυτός ο άνθρωπος – αυτός ο ανώτερος από μένα άνθρωπος- που μου έχει απαγορεύσει όσα απαγορεύονται? Συμφωνώ, ωστόσο στο κοινώς αποδεκτό ρητό που λέει ότι η ελευθερία του ενός τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Συμφωνώ, δηλαδή, σε ό,τι αφορά τα προσωπικά όρια που θέτει ο καθένας αναφορικά με την ηθική του, τις δυνατότητες αυτοδιάθεσής του, τις αξίες που τον διέπουν και εν μέρει σύμφωνα και με τον κοινωνικό του περίγυρο.

Από την άλλη, πιστεύω ακράδαντα στην ελευθεριακή σύσταση και σύνθεση του ανθρώπινου είδους που του επιτρέπεται να θέσει ο ίδιος τα προσωπικά του «απαγορεύεται». Γράφοντας, συνειδητοποιώ τα ΜΗ και ΜΗ που ακούει ο άνθρωπος καθημερινά στη ζωή του. Μη σε πινακίδες, μη σε τηλεοράσεις –το πλέον εξουσιοδοτημένο από την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική μέσο για την αποχαύνωση του λαού- μη σε παιδικές χαρές, μη στα σχολεία. Κι όλα αυτά τα απαγορευτικά σήματα που συναντούμε μονίμως, μόνο την ελεύθερη σκέψη καταστέλλουν. Την ελεύθερη βούληση, τον προσωπικό αυτοπεριορισμό. Μην πατάτε το πράσινο! Σωστό, άλλωστε στις γκρίζες μεγαλουπόλεις που ζούμε εγκλωβισμένοι, δε μας περισσεύει… Τα γρασίδια είναι για να κυλιόμαστε. Κι αν αυτό θεωρείται από την κοινή γνώμη προσβολή δημοσίας αιδούς, ας κρίνει ο καθένας από εμάς αν είναι έτοιμος πια να την προσβάλλει αυτή την αιδώ, κι αν μπορεί να στηρίξει όσο μπορεί και αυτή του την επιλογή.
Παράλληλα, σίγουρα εξαιρώντας το περιεχόμενο της ενδοσχολικής παιδείας σήμερα – αυτό είναι μεγάλο θέμα- είναι αναγκαίο να αλλάξει και ο χαρακτήρας της. Το σχολείο έχει χρέος να αφήνει ανοιχτές τις επιλογές στους αυριανούς πολίτες κάθε χώρας, ώστε αυτοί να δοκιμάζουν διάφορα πράγματα κι έπειτα να σχηματίζουν τη θέση τους, να ορίζουν τα ΠΡΕΠΕΙ και τα ΜΗ τους και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πράξεών τους. Το λάθος που αναπαράγεται ακόμα μέσα από το σχολείο, είναι, εκτός από τη στείρα γνώση, και η στείρα, η κενή, η περιορισμένη, η εθελοτυφλούσα μετάδοση συγκεκριμένων αξιών ενώ οι κοινωνίες εξελίσσονται μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Τα πράγματα δε μένουν ίδια, όμως το σύστημα εμμένει στο αναχρονιστικό και αχρηστευμένο του πλέον πρόγραμμα.

Ταυτόχρονα, η οικογένεια μεταδίδει ως μόνες ορθόδοξες τις δικές τις πεποιθήσεις στα λουλούδια της, στα παιδιά της, τα οποία από την κούνια ακόμα φαίνεται πως θα μαραθούν νωρίς. Η σοφότερη για μένα επιλογή είναι ν’αφήσεις μόνο το παιδί σου, ελεύθερο, να περπατήσει τα σοκάκια που θα διαλέξει, κι ας τα κρίνεις ως πραγματικά επικίνδυνα. Πάντοτε οφείλεις να είσαι δίπλα του για να το σηκώσεις όταν θα πέσει, όχι όμως για να του χαϊδέψεις το αυτί, άλλο λάθος κι αυτό! Μα δε θα επεκταθώ, μη σε κουράσω.

Ας ξαναγυρίσουμε στα όρια που ευρύτατα σου θέτει η άρχουσα τάξη –η ποιααα?- του τόπου σου. Κι όμως όλο αυτό περνάει τελείως απαρατήρητο, σαν να έχει γίνει άκρως αποδεκτό, σαν να είναι προδιαγεγραμμένα κάποια πράγματα. Τα ενστερνιζόμαστε όλα αυτά χωρίς να τα εξετάσουμε πρώτα. Μα έλα που δεν είναι a priori! Είν’ όλ’ αυτά απολύτως συζητήσιμα και μεταβλητά. Μόνο που δεν θέλουν να το ξέρεις. Σε καθησυχάζουν με την ιδέα του «έτσι είναι» ή «αυτό συμβαίνει χρόνια τώρα». Εδώ είμαστε όμως τώρα και το συζητάμε και γνωρίζουμε ότι χρειάζεται προσπάθεια, θέληση, πείσμα κι υπομονή για να αλλάξει ό,τι είναι εκεί, προδιαγεγραμμένα για να σε καταπιέζει. Εκτός αν είσαι κνίτης ή κοινός μοιρολάτρης και «ξέρεις» ότι δεν θα ξαναϋπάρξει 1917 και άρα αλλαγές.

Και τι είναι προσπάθεια?? Ωχ! Ούτε αυτό σου το έμαθαν! Από το σχολείο ακόμα η φάση ήταν «Λάθος, το σωστό είναι έτσι», όταν θα μπορούσε να είναι «Λάθος, περιμένω αύριο να έχεις ανοίξει ένα βιβλίο, μια εγκυκλοπαίδεια, το κομπιουτεράκι και να έχεις βρει τι πήγε στραβά». Από την προσπάθεια πηγάζει η γνώση κι η γνώση μόνο φέρνει την αλλαγή. Όσο ακόμα είμαστε παθητικοί θεατές της μασημένης τροφής που μας παρέχεται, τόσο θα σου μιλάω για τη σκλαβιά που διάλεξες, μέσα απ’ τα συνθήματά μου, τόσο θα σου καταστρέφω τους τοίχους κι αντί να σκεφτείς ό,τι σου λέω, θα το σβήνεις. Θέλεις χρόνο, η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω, μόνο που αν τον χρόνο αυτό τον χρησιμοποιείς για όφελος δικό σου κι όχι των αφεντάδων σου, όχι στο ΣΤΟΠ της σκέψης σου, τότε μου δίνεις ζωή. Και θα σε περιμένω να προσπαθήσουμε μαζί μέχρι τα πράγματα ν’ αρχίσουν ν’ αλλάζουν.

Δε θέλω πια να βλέπω «απαγορεύεται» στους δρόμους. Το μόνο απαγορεύεται που θέλω να δω σε ταμπέλα είναι αυτό που θα δίνει τέλος σε όλα τα απαγορεύεται στα οποία τόσα χρόνια έζησες. Ας θέσει, λοιπόν, καθένας τα προσωπικά του όρια κι ας τα τηρεί ή ας τα παραβιάζει από μονάχος του. Γιατί αλλάζεις κι αλλάζουν τα κριτήρια στον κόσμο σου. Το τσιγάρο δεν απαγορεύεται, το τσιγάρο αν ενοχλεί το διπλανό σου το σβήνεις, αλλά αυτό να αφήνεται στη δική σου κρίση, το να κατανοείς γιατί να το κάνεις ή να μην το κάνεις το τσιγάρο την εκάστοτε στιγμή. Καλά, μην είσαι και γαϊδούρι, σβήσ’ το. Πώς μ’ εξοργίζει αυτό το απαγορεύεται! Το μισώ…

Φοβάμαι… φοβάμαι το μίσος που βλέπω στα μάτια του κόσμου. Φοβάμαι τους ανθρώπους που περπατούν σκυφτοί. Φοβάμαι και μόνο που ξέρω ότι σε περίπτωση που σηκώσουν τα μάτια τους, θα αντικρύσουν το βλέμμα μου και θα τρομάξουν κι αυτοί. Φοβάμαι που αντί το αίμα του κόσμου να βράζει παγιδευμένο μέσα στη ροή των φλεβών του, παγώνει. Και παγώνει τόσο γρήγορα… Η ψυχραιμία δεν είναι για εμάς, η ψυχραιμία αυτούς εξυπηρετεί. Η παγωμένη σου έκφραση στο πρόσωπο δεν ταιριάζει στις μέρες μας, είναι γι αυτούς που μας έχουν εξαθλιώσει. Μόλις τρεις  μήνες μετά την ψήφιση του μνημόνιο 2, οι «ναι σε όλα» άρχοντες του τόπου μας έχουν οργανωθεί σε συντεχνίες και μαζεύουν ψηφαλάκια με προσωποπαγές περιεχόμενο και άνευ πολιτικών και ιδεολογικών καταβολών, άνευ προεκλογικού προγράμματος. Τα παπαγαλάκια στις τηλεοράσεις μιλούν για εννιακομματική Βουλή με τη Χρυσή Αυγή (άκουσον άκουσον) να συγκεντρώνει το 5,5% των ψήφων. Ο λαϊκισμός και η ρητορεία των νεοναζί φασιστοειδών που μιλούν για υγιή Ελλάδα απαλλαγμένη από μετανάστες, αριστερούς και αναρχικούς και στο όνομα της εθνικής ενότητας, της εθνικής σωτηρίας, της ηθικής κατάπτωσης και της αντικαθεστωτικής εξέγερσης του λαού, καλούν τους πολίτες στα όπλα. Το χειρότερο όλων είναι ότι αυτές οι ασυναρτησίες ακούγονται πλέον και μέσα στη Βουλή όπου ο Καρατζαφύρερ προκλητικά θέλει να πάρει πίσω τις ψήφους του που έσπασαν από τα χρυσά αυγά, ενώ παράλληλα το κοινοβουλευτικό ακροατήριο σιωπά και δεν απαιτεί να σταματήσει τις χυδαιολογίες. Αυτά είναι που με φοβίζουν κυρίες και κύριοι. Εγώ δεν έχω καμιά καΐλα με την αριστερά. Το μεθεπαναστατικό προλεταριάτο δε θα χρειάζεται την αριστερά και την αναρχία γιατί από μόνο του θα δείχνει το δρόμο για την υγιή δημοκρατία και τη δικαιότερη κοινωνία. Η αριστερά, λοιπόν δεν είναι αυτοσκοπός και τώρα υπάρχει εφόσον τίθεται η έννοια του κράτους και δευτερευόντως το κράτος αυτό δεν έχει κοινωνική πολιτική, δεν είναι κράτος δικαίου, πλέον η άρχουσα τάξη δεν είναι εκλεγμένη και φοράει ωτασπίδες για να μην ακούσει τις συγκεντρώσεις που γίνονται έξω από τη Βουλή με τη συμμετοχή 1 εκατομμυρίου βαλλόμενων πολιτών. Το κράτος δολοφονεί και συνάμα μας κουνάει το δάχτυλο λέγοντάς μας ότι «φτάνει πια!». Παράλληλα μας καταδικάζει ως ανθέλληνες χωρίς αίσθημα συλλογικής ευθύνης και με τάσεις βίας. Η βία δεν είναι όμως αυτόκλητη, πρόκειται για μια αντι-βία, μία αντίδραση απέναντι στη βία ενός κράτους, που δεν είναι απλά κράτος, αλλά είναι και κουφό κράτος γιατί ενώ «έχει λάβει το μήνυμα του ελληνικού λαού»,  το φτύνει, το απορρίπτει, το χτυπάει, το δολοφονεί, το μαγειρεύει, το πειθαρχεί κομματικά, το καταγγέλλει ως αντιδημοκρατικό και μιλάει για λιτότητες, εφόσον «μαζί τα φάγαμε» και τώρα πρέπει να πληρώσουμε τα χρωστούμενα. Εδώ είναι η σειρά μας να μιλήσουμε, να πούμε πως τα έτρωγαν με στέγες Καλατράβα, με ολυμπιακές εγκαταστάσεις, με μάρμαρα στο Λευκό Πύργο και με ένα σωρό άχρηστα και ακαλαίσθητα έργα που βλέπουμε στους δρόμους με προϋπολογισμούς υπέρογκους και πινακίδες θεόρατες που σου λένε: είμαστε το υπουργείο τάδε, έτος τάδε επί κυβερνήσεως τάδε και κάναμε αυτό που στοιχίζει τόσο και το πληρώνεις εσύ από την τσέπη σου, απόλαυσέ το! Και καθώς όλα αυτά τρέχουν, αυτοί οι προκλητικοί γελοίοι δεν τρέχουν γιατί ο κόσμος –είπαμε- φοβάται και περπατάει σκυφτός, μιλάμε για περικοπές όχι στο στρατό, όχι στα υπουργεία, όχι στην αστυνομία, όχι στους βουλευτάριους, όχι στα δακρυγόνα, όχι στα γκλομπς, όχι στην αστυνομική εξάρτυση –γιατί σαφώς αυτά είναι τα σκυλιά του συστήματος που φυλάνε τους πουλημένους πολιτικούς που η πειθώ τους στηρίζεται μοναχά στις διαγραφές κομματικών στελεχών και στα διλλήματα τύπου ΕΕ ή θάνατος, ΔΝΤ ή απώλεια εθνικής κυριαρχίας, Βενιζέλος ή χρυσαύγουλα- αλλά οι περικοπές είναι αναγκαίες σε παιδεία, υγεία, συντάξεις, μισθολόγιο. Που εγώ δε θα χα πρόβλημα να χω 400 ευρώ μισθό, όμως το πρόβλημα είναι η αγοραστική αξία των χρημάτων μου αφού (θεωρώντας πρώτα ότι έχω δουλειά)  μένω σε ένα σπίτι που νοικιάζω με 250 ευρώ με λογαριασμούς φτάνουμε μίνιμουμ ποσό τα 330 ευρώ και ζήσε με 70 ευρώ για ένα μήνα. Δεν θα αναλωθώ περαιτέρω γιατί τα ζείτε και ξέρετε, απλώς τα θυμίζω γιατί φοβάμαι που περπατάτε στο δρόμο σκυφτοί, φοβάμαι που δεν μιλάτε (όχι καλημέρες και τι κάνετε πώς είστε) ένα πόνο να ακούσω, ένα παράπονό, λίγο μίσος, λίγη απέχθεια. Τείνουμε να καταπιούμε μαζικά αυτά που μας λένε αντί να τους καταπιούμε μαζικά και να ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί να καούν στην κόλαση. Γιατί αυτός ο μπετόβλακας με την οικογενειοκρατική εργολαβία και πρώην πρωθυπουργός εγγυήθηκε «έναν εργαζόμενο σε κάθε οικογένεια», κατόρθωμα και γενναιοδωρία. Ένας εκ των αγαπημένων μου, καθηγητής της Παιδαγωγικής, μου έιχε πει στο φοιτητικό κίνημα: αυτοί είναι επικίνδυνοι! Συνεχώς το επαναλαμβάνει, τουλάχιστον αυτός μιλάει και ψάχνεται και διαμαρτύρεται και συμμετέχει και δεν προχωρά σκυφτός και τους καταγγέλλει και θα είναι εκεί και δεν αναγνωρίζει ηλικίες, αξιώματα και χώρους, αναγνωρίζει μόνον τον κοινό μας στόχο ΜΑΖΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΦΑΜΕ! Μου έλεγε λοιπόν: «αυτοί είναι επικίνδυνοι. Εμείς τους χουντικούς τους βλέπαμε, είχαμε το αυτό πολίτευμα, δικτατορία των συνταγματαρχών. Ξέραμε ότι δεν επιτρέπεται να μιλάμε, δεν επιτρέπεται να βλεπόμαστε, να συγκεντρωνόμαστε, να αντιπολιτευόμαστε, να προτείνουμε τις ιδέες μας. Ήταν η χούντα! Θα μας έπιαναν γιατι αυτοί ήταν. Αυτοί εδώ όμως που τους έχουμε δεσμοφύλακες ψηφισμένους (ή τουλάχιστον μέχρι πρότινος) πάνω από τα κεφάλια μας είναι επικίνδυνοι. Τι πολίτευμα έχεις σου λέει; Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία! Αλήθεια? Μήπως αυτή είναι η χούντα των τραπεζιτών με την υποβοήθεια της επίσημης κεφαλαιοκρατίας; (σιωπή…) αυτοί δεν θέλουν να περπατάμε μαζί, δε θέλουν να μιλάμε, δε θέλουν να διαδηλώνουμε στο όνομα των δικαιωμάτων μας, επειδή εμείς δεν είμαστε πολίτες. Δεν θέλουν να συνδικαλιζόμαστε, δε θέλουν να έχουμε άσυλο, θέλουν να μας ψεκάζουν και μεις να πέφτουμε σαν τα κοτόπουλα όπως ο Κοτζαρίδης ο οποίος ποτέ δε κλάφτηκε γιατί όλοι κάναμε τουμπεκί και ξανά στις τρύπες μας. Αυτοί είναι επικίνδυνοι, ως εδώ, κάτι πρέπει να κάνουμε.» Και γω συνεχίζω να φοβάμαι… Φοβάμαι την ελληνική πολιτοφυλακή που πρόσφατα συστάθηκε για να προστατέψει τις γειτονιές. Φοβάμαι αυτούς που δε διστάζουν να χτυπήσουν συμπολίτες τους για την ασφάλεια του τόπου, αυτούς που δηλαδή πιστεύουν ότι οι μετανάστες και οι ντόπιοι κλέφτες, οι αριστεροί ή οι αναρχικοί ή όποιους τελοσπάντων αυτοί οι ασυνείδητοι τσεκουροφόροι κατηγορούν, όλοι αυτοί κλέβουν για να κλέψουν, μεταναστεύουν για να μας κάνουν κακό, χτυπάνε για να χτυπήσουν, κι όλο αυτό δεν έχει κοινωνικές καταβολές… όπως οι παππούδες μας έφευγαν στις Γερμανίες… Και φοβάμαι… που το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης άνοιξε και που οι κάτοικοι του δήμου Αχαρνών αντί να διαμαρτύρονται ενάντια στο καθεστώς και στις αποφάσεις που έλαβαν για τους μετανάστες, διαμαρτύρονταν για τη «σπίλωση» του χώρου τους με την παρουσία των μεταναστών εκεί. Φοβάμαι που την τηλεόραση την κοιτάζεις βαθιά μες στα μάτια περιμένοντας στο δελτίο των οχτώ να σου πει την αλήθεια και φοβάμαι που ο ανταγωνισμός των φετινών εκλογών έγκειται στο ποιος είναι πιο δεξιός. Με υπερβάλλοντα ζήλο όλοι προτείνουν εγκλεισμούς, επαναπροωθήσεις εως θανάτους για τα άτομα που αναγκάστηκαν λόγω συνθηκών και ανάγκης βιοπορισμού να περάσουν τις διακριτικές τελίτσες του χάρτη, τα σύνορα που φτιάχτηκαν από εμάς και τελικά στράφηκαν εναντίον των μειονοτήτων της χώρας μας. Όποιος σπέρνει διαχωριστικές γραμμές θερίζει συρματοπλέγματα… Μα κι αυτοί οι άνθρωποι δεν υστερούν σε νοημοσύνη, στην Ελλάδα δεν υπάρχει χρήμα και ούτε είχαν όνειρο να μείνουν εδώ πέρα, στη γη πολιτισμών που γκρεμίζουμε για να φτιάχνουμε τράπεζες. Είναι παγιδευμένοι εδώ, στο πιο αφιλόξενο περιβάλλον και σε μια χώρα ξενομανή και παράλληλα ξενοφοβική. Και γιατί, δηλαδή, οι Αμερικάνοι είναι πρότυπα και οι Πακιστανοί είναι κοινωνικά απόβλητοι? Επειδή οι μεν είναι λευκοί και οι δε όχι? Φοβάμαι αυτούς που μου μιλούν για φυλές και για καθαρόαιμες γενιές. Φοβάμαι αυτούς που πια χωρίς ντροπή ή ίχνος μυστικοπάθειας δηλώνουν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν τη χρυσαυγή. Γιατί κι ο Χίτλερ εξελέγη και είχε λαϊκή εντολή για τις απάνθρωπες πράξεις τους. Η αποκτήνωση της κοινωνίας γίνεται όλο και πιο έντονη όσο περνούν οι μέρες… και φοβάμαι. Κι ο απομονωτισμός, η εσωστρέφεια, η ανοιχτή τηλεόραση, η προσμονή των εκλογών –σαν ν’ αποτελούν λύση- η εκδικητική λογική της ψήφου, οι λαϊκιστικές προσεγγίσεις στην πολιτική και τα συγκινησιακά διλλήματα μ’ εξοργίζουν. Ο κόσμος μοιάζει να μην έχει μνήμη, μοιάζει να θυμάται τα γεγονότα μόνο της περασμένης τετραετίας (τριετίας) διακυβέρνησης. Πολλές φορές, όμως, δεν είναι εθελούσιο αυτό. Ο κόσμος παιδεύεται με τρόπο τέτοιο ώστε να μη ζητάει το βιβλίο, να μην ανοίγει το λεξικό, να μη βλέπει σε εγκυκλοπαίδειες, παρά βολεύεται στο εύκολο, στην τηλεόραση και γι’αυτό ίσως ο Έλληνας δεν είχε ακόμα την ευκαιρία να διδαχθεί τον εμφύλιο πόλεμο ή τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Το γεγονός ότι είναι μελανά σημεία της ιστορίας μας και δεν αναφέρονται σε επεκτατικές αλεξανδρινές πολιτικές ή σε μικρασιατικές ανακτήσεις, δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να διδάσκονται. Τα παιδιά είναι καλό να μαθαίνουν την ιστορία, όπως κι αν είναι αυτή γραμμένη, είτε συμφέρει το κράτος, είτε όχι. Αν γνωρίζαμε περιστατικά από τη Θεσσαλονίκη του 1944 με τους Εβραίους να στοιβάζονται από τους Ναζί, μπορεί και να ήμασταν πιο προσεκτικοί στις οργανώσεις στις οποίες σήμερα δίνουμε λόγο. Η ιστορία δεν αποτελεί απλώς ένα αρχείο στη βιβλιοθήκη μας, μπορεί και μας δείχνει τα μελλούμενα που πάντα προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της εκάστοτε εποχής. Και φοβάμαι που αυτός ο λαός δεν έχει παιδεία και που μπορεί να άγεται και να φέρεται από λαοπλάνους με αντικοινωνικές πολιτικές… Φοβάμαι που δεν έχεις σηκωθεί ακόμα από τον καναπέ, όχι για να διεκδικήσεις ένα καλύτερο αύριο, αλλά για να διεκδικήσεις απλά το δικό σου αύριο… Γιατί αν σήμερα είναι στην Αμυγδαλέζα 200 μετανάστες, άνθρωποι «λαθραίοι (?)» αύριο θα είναι κι 100 αριστεροί. Και ποιος ξέρει… αν σηκώσεις κάποια στιγμή το βλέμμα σου, τι θα πάθεις κι εσύ…